Σάββατο 13 Απριλίου 2019

Στέλιος Χ. Τσομπανίδης, Ο ανοικτός ορίζοντας των νέων Προγραμμάτων Σπουδών του Μαθήματος των Θρησκευτικών προς την πολύμορφη Οικουμένη

Η εισήγηση του καθηγητή του Τμήματος Θεολογίας ΑΠΘ στη συνάντηση με θέμα «Ο Χριστιανισμός στο σύγχρονο κόσμο» που διοργανώθηκε στη Θεολογική Σχολή του ΑΠΘ στις 5 Απριλίου 2019 από τον Πανελλήνιο Θεολογικό Σύνδεσμο «ΚΑΙΡΟΣ» και το Τμήμα Θεολογίας ΑΠΘ
στον Γιώργο Α. Τσανανά
Η δυναμική του εκπαιδευτικού συστήματος συναρτάται χωρίς αμφιβολία από τις δυνατότητες συνεχούς προσαρμογής του, η οποία προσδιορίζεται από την αμφίδρομη σχέση της εκπαίδευσης και της κοινωνικής πραγματικότητας. Οι κοινωνικές ανάγκες προσδιορίζουν κατά βάση (μαζί με ψυχοπαιδαγωγικά κριτήρια) το περιεχόμενο της παρεχόμενης σχολικής εκπαίδευσης και το εκπαιδευτικό σύστημα συμβάλλει στην ανάπτυξη της κοινωνίας, καλλιεργώντας βασικές αξίες για τη ζωή, την κοινωνία και τις ανθρώπινες σχέσεις. Με τον τρόπο αυτό μπορεί να επιδράσει θετικά στην κοινωνία.

Με βάση τις σύγχρονες θεωρίες μάθησης και διδακτικής αλλά και τις συνθήκες της κοινωνίας του 21ου αιώνα πήγασε η ανάγκη για έναν νέο σχεδιασμό του μαθήματος των Θρησκευτικών. Οι αλλαγές που έχουν επέλθει στην κοινωνία, στον πολιτισμό, και η εμφάνιση νέων προκλήσεων[1] οδήγησαν στη διαμόρφωση νέων κατευθύνσεων και κριτήριων για τον τρόπο διδασκαλίας και την επιλογή της θεματικής του[2]. Οι σκοποί του μαθήματος επαναδιατυπώθηκαν με τέτοιο τρόπο που να ανταποκρίνονται στη νέα πραγματικότητα.
Στο πλαίσιο λοιπόν μιας δυναμικής προσαρμογής συντάχθηκε το Νέο Πρόγραμμα Σπουδών (ΠΣ) στα Θρησκευτικά πρώτα Δημοτικού και Γυμνασίου (2011-2014) και το 2015 στα Θρησκευτικά Λυκείου, διαδικασία που είχε ξεκινήσει με το Διαθεματικό Ενιαίο Πλαίσιο Προγράμματος Σπουδών και τα Αναλυτικά Προγράμματα (ΑΠ) του 2003 για το Δημοτικό και το Γυμνάσιο και, ακολούθως, στα σχολικά βιβλία του Δημοτικού και του Γυμνασίου (2006). Στα ΠΣ και στους Οδηγούς Εκπαιδευτικών εξηγούνται ακροθιγώς οι νέες συνθήκες και απαιτήσεις για τη θρησκευτική εκπαίδευση στο Ευρωπαϊκό Περιβάλλον.
Λαμβάνοντας υπόψη τις απαιτήσεις της εποχής[3] η πρόταση του νέου ΠΣ διευρύνει τον ορίζοντα και παρουσιάζει ένα μάθημα ανοικτό, πλουραλιστικό, οικουμενικό. Η πορεία που ακολουθεί έχει ως αφετηρία την ορθόδοξη θρησκευτική παράδοση του τόπου και κατόπιν ανοίγεται στον θρησκευτικό ορίζοντα ολόκληρου του κόσμου. Το περιεχόμενό του δίνει έμφαση στην ορθόδοξη θεολογική παράδοση, η οποία μπολιάζει καίρια και ουσιαστικά όλη τη δομή του και παράλληλα εμπλουτίζεται με περισσότερα στοιχεία για τις άλλες χριστιανικές παραδόσεις και τις άλλες μεγάλες θρησκείες. Όπως επισημαίνεται από τον Στ. Γιαγκάζογλου, αρμόδιο για την υλοποίηση του νέου ΠΣ, σχολιάζοντας τις συντεταγμένες του[4], «το ΜτΘ βεβαίως και έχει ως κέντρο, αφετηρία και πρωταρχικό μέλημα την ορθόδοξη πίστη και ζωή, αλλά οφείλει και πρέπει να έχει ορίζοντα αναφοράς και διαλόγου και με τις άλλες χριστιανικές κατανοήσεις, τις άλλες θρησκευτικές παραδόσεις και τις σύγχρονες φιλοσοφικές ή άλλες μορφές πνευματικότητας. Ένας ουσιαστικός διάλογος, ανάμεσα στο κέντρο και τον ορίζοντα… συνιστά κυρίως και κατεξοχήν την πεμπτουσία της χριστιανικής μαρτυρίας στο σύγχρονο και ραγδαία μεταβαλλόμενο κόσμο μας»[5].
Αυτό που είναι καινούργιο και αποτελεί άνοιγμα του ορίζοντα στα νέα βιβλία των Θρησκευτικών πέρα από την ενημέρωση για την υφή του θρησκευτικού φαινομένου και την απόκτηση γνώσεων γύρω από τη χριστιανική πίστη και την ορθόδοξη χριστιανική παράδοση, την καλλιέργεια του ήθους και της προσωπικότητας με την αξιοποίηση των μορφωτικών αγαθών της Αγίας Γραφής, των Πατέρων και της Παράδοσης της Εκκλησίας, είναι ότι αυτά αναφέρονται στη διερεύνηση του ρόλου που έπαιξε και παίζει ο Χριστιανισμός στον πολιτισμό και την ιστορία της Ελλάδας και της Ευρώπης, στην επίγνωση της ύπαρξης διαφορετικών εκφράσεων της θρησκευτικότητας, στην ανάπτυξη ανεξάρτητης σκέψης και ελεύθερης έκφρασης, στην αντίληψη ότι το αυθεντικό χριστιανικό μήνυμα είναι υπερφυλετικό, υπερεθνικό και οικουμενικό, στην κατανόηση της πολυπολιτισμικής, πολυφυλετικής και πολυθρησκευτικής δομής των σύγχρονων κοινωνιών και στη συνειδητοποίηση της ανάγκης για διαχριστιανική και διαθρησκειακή επικοινωνία και αλληλογνωριμία[6]. Οι επιδιώξεις αυτές του θρησκευτικού μαθήματος σκοπεύουν ρητά στην καλλιέργεια πνεύματος «έμπρακτης αλληλεγγύης, ειρήνης και δικαιοσύνης, σεβασμού της θρησκευτικής ιδιαιτερότητας και συνύπαρξης με το “διαφορετικό”»[7].
Οι παραπάνω διαστάσεις διατυπώνονται με σαφήνεια στους σκοπούς και τους προσανατολισμούς του ΜτΘ. Στο σημείο αυτό και για να γίνω πιο συγκεκριμένος αξίζει να αναφερθώ σε δύο από τους ειδικούς σκοπούς της θρησκευτικής εκπαίδευσης στο Λύκειο σύμφωνα με το νέο ΠΣ: τον δ) Η κριτική θρησκευτικότητα και τον ε) Η γνωριμία και επικοινωνία με τον «άλλον».
δ) Η κριτική θρησκευτικότητα γίνεται κατανοητή «με την έννοια της καλλιέργειας της ολιστικής νοημοσύνης στην εκπαιδευτική διαδικασία, στην οποία συμμετέχουν νους και καρδιά και η οποία διαμορφώνει ανθρώπους με ‘ζωηρή επιθυμία’ για δικαιοσύνη και δημοκρατία. Εφόσον ο άνθρωπος είναι από τη φύση του ον που πιστεύει, η θρησκευτική εκπαίδευση τού παρέχει τις δυνατότητες ‘να πιστεύει καλά’. Και αυτό σημαίνει κριτικά (ελεύθερα, διερευνητικά, ενεργητικά, με σεβασμό στους άλλους, ειρηνικά, χωρίς ηθικισμό, φανατισμό και μισαλλοδοξία). Έτσι, απομακρύνεται ο κίνδυνος του θρησκευτικού φονταμενταλισμού. Ο μαθητής/η μαθήτρια χρειάζεται να έχει βασική πληροφόρηση και να ασκεί την κριτική σκέψη, ώστε να μπορεί να αποκωδικοποιεί τα στοιχεία, αρχικά της σύγχρονης ιστορίας, αλλά και γενικά της ιστορίας, που σχετίζονται με θρησκευτικά ζητήματα, καθώς και να ερμηνεύει το παρελθόν και το παρόν του κόσμου στο οποίο ζει. Έτσι γίνεται ικανός/ή, χωρίς να πρέπει να παραιτείται από τη βίωση της πίστης ως αλήθειας που εμπεριέχει ελπίδα, να σέβεται τους άλλους και όλο τον κόσμο.
ε) Η γνωριμία και επικοινωνία με τον ‘άλλον’. Ο μαθητής/η μαθήτρια εξοικειώνεται με τον πλουραλιστικό χαρακτήρα της κοινωνίας στην οποία ζει, συνειδητοποιεί τα θρησκευτικά της στοιχεία, αλλά και την πολλαπλότητα της προσωπικής του/της ταυτότητας και την εξελικτική δυναμική της στις συλλογικές και κοινωνικές της εκφράσεις. Παράλληλα, ασκείται στις αξίες της αποδοχής, του σεβασμού και του διαλόγου με τον άλλον, της δυναμικής ανεκτικότητας προς το διαφορετικό και στο δικαίωμα στην ετερότητα»[8].
Από τα παραπάνω φαίνεται, και βεβαίως από την ανάγνωση των βιβλίων-φακέλων και του υλικού τους, και μια άλλη διάσταση. Η ευαισθησία του ΠΣ απέναντι στις ιστορικές και κοινωνικές συντεταγμένες. Η θρησκευτική παιδεία δεν απο-ιστορικοποιείται αλλά κινείται σε μια συνολικότερη θεώρηση σύνδεσης της γνώσης με την πράξη που αποσκοπεί στην υπεύθυνη και ενεργό συμμετοχή των μαθητών στον αγώνα για τη μεταμόρφωση της ζωής του κόσμου[9]. Δεν καλλιεργεί μόνο τη γνώση αλλά και τη συμφιλίωση και την ειρηνική συνύπαρξη των ανθρώπων[10]. Το θρησκευτικό μάθημα είναι ανοικτό στη σύγχρονη κοινωνία, στη ζωή, στον πολιτισμό, στον κόσμο ολόκληρο. Και ναι μεν εμπνέεται από το παρελθόν, ενισχύεται όμως η δυναμική στάση του στο παρόν, με το βλέμμα στραμμένο στο μέλλον.
Σημειώθηκε στην αρχή ότι η δυναμική του εκπαιδευτικού συστήματος συναρτάται αναμφίβολα από τις δυνατότητες συνεχούς προσαρμογής του, η οποία προσδιορίζεται από την αμφίδρομη σχέση της εκπαίδευσης και της κοινωνικής πραγματικότητας. Στην περίπτωση του νέου ΠΣ στα Θρησκευτικά μπορούμε να πούμε με σιγουριά ότι αυτό όχι μόνο προσαρμόστηκε αλλά άλλαξε φυσιογνωμία και άνοιξε τους ορίζοντές του αφουγκραζόμενο τις απαιτήσεις των καιρών.
Σε αυτό επέδρασαν όχι  μόνο οι αλλαγές στην κοινωνία αλλά και τα γενόμενα στην Οικουμενική Κίνηση, προϋπάρχει δηλαδή το υπόβαθρο ενός «οικουμενικού πολιτισμού». Το ενδιαφέρον και καινοτόμο στοιχείο του νέου ΠΣ είναι ότι το άνοιγμα και η ευαισθητοποίησή του σχετικά με την ετερότητα προσέλαβε την πρόοδο και τα νέα στοιχεία που έχουν προκύψει μέχρι τώρα στο πλαίσιο των διαλόγων, διαχριστιανικού και διαθρησκειακού, των οποίων η Ορθοδοξία έχει γράψει τόσο τον Πρόλογο, όσο και το περιεχόμενό τους, αφού αυτή μετείχε από την αρχή και συνετέλεσε στη διάπλαση και περαιτέρω εξέλιξη της Οικουμενικής Κίνησης[11]. Το νέο ΠΣ χρησιμοποίησε κριτήρια που αναπτύχθηκαν στο πλαίσιο του οικουμενικού διαλόγου και της οικουμενικής θεολογίας αλλά και πλήθος κειμένων που παρήχθησαν στο πλαίσιό τους.
Επίσης έχει ενδιαφέρον ότι οι οικουμενικές αρχές και αξίες όπως ο διάλογος, η ανοικτότητα, η νηφαλιότητα, η ανεκτικότητα, ο αμοιβαίος εμπλουτισμός,  η ελευθερία, η σφαιρικότητα, η αλληλοκατανόηση, η αποδοχή και ο σεβασμός του άλλου, της θρησκευτικής ετερότητας και του διαφορετικού πολιτισμού, η ειρηνική συνύπαρξη -δεν χρειάζεται να σημειωθεί ότι αυτές αποτελούν βιωματικές κατακτήσεις της Ορθοδοξίας κατά τη μακραίωνη ιστορική της πορεία- δεν συμβάλλουν μόνο στη βελτίωση του τρόπου διδασκαλίας, δηλαδή δεν δομούν μόνο τη μέθοδο της διδασκαλίας αλλά και το ίδιο το εκπαιδευτικό υλικό του μαθήματος[12]. Με άλλα λόγια μέθοδος και περιεχόμενο είναι αδιαχώριστα. Το «πώς» και το «τι» συμπλέκονται με το «γιατί» και το «προς τι». Είναι φανερό ότι με τον τρόπο αυτό η θρησκευτική παιδεία μπορεί να επιδράσει με τη σειρά της θετικά στην εδραίωση και την προώθηση ενός «οικουμενικού πολιτισμού».
Επόμενο λοιπόν είναι η οικουμενικότητα να αποτελεί σταθερό και κύριο γνώρισμα του ΜτΘ σε όλες τις τάξεις. Όπως έχει διατυπωθεί με σχηματικό και γλαφυρό τρόπο από την Όλγα Γριζοπούλου, εμπειρογνώμονα εκπόνησης του ΠΣ: «Στο Δημοτικό: συνειδητοποίηση της ποικιλίας, στο Γυμνάσιο: θετική στάση απέναντι στην ποικιλία, στο Λύκειο: εμπλοκή στην ποικιλία». Το Πρόγραμμα προχωράει προσεκτικά, ενισχύοντας το κοινό και κατανοώντας τις διαφορές, αναδεικνύοντας τα θετικά της ετεροδοξίας[13] και τη σημασία της ειρηνικής συνύπαρξης, χωρίς να θυσιάζεται η ιδιοπροσωπία και χωρίς να παραβλέπονται οι διαφορές. «Δηλαδή», εξηγεί η ίδια, «ταυτότητα και αλληλοκατανόηση αλληλοσυμπληρώνονται»[14].
Ας σταχυολογήσουμε τώρα από τους Φακέλους των Μαθημάτων συγκεκριμένες αναφορές που δείχνουν το άνοιγμα του ορίζοντα του Μαθήματος στην οικουμένη.
Καιρός_14
Η έννοια της «οικουμενικότητας» δεν είναι μόνο βασική στη Θεματική Ενότητα (ΘΕ)4. Πολιτισμός της Β΄ Λυκείου αλλά διαποτίζει όλες τις ενότητες, είτε ως τεχνικός όρος και γεγονός ιστορικό που εμφανίζεται στον 20ό αιώνα και αναφέρεται στην προσπάθεια των χριστιανικών Εκκλησιών για ενότητα και κοινή μαρτυρία στον κόσμο, είτε ως διαθρησκειακός διάλογος και συνεργασία, είτε ως θεμελιώδης τρόπος υπάρξεως και εσωτερική διάθεση που «σημαίνει την προτεραιότητα της διαφοράς, την πίστη ότι η επιβίωση χρειάζεται τη συμβίωση και την πεποίθηση ότι η ύπαρξη είναι συνύπαρξη», όπως αναφέρεται σε προτεινόμενο κείμενο της Β΄ Λυκείου (4.5. Οικουμενικότητα, σ. 150, Μ. Μπέγζος). Και όχι μόνο αυτό. Όπως σημειώθηκε και παραπάνω, η διαλογικότητα, η ανοικτότητα, ο αλληλοσεβασμός, η οικουμενικότητα εν τέλει αποτελούν όχι μόνο μέθοδο αλλά και περιεχόμενο, και αντιστρόφως όχι μόνο διδακτέα ύλη αλλά και τρόπο διαδασκαλίας. Απευθυνόμενοι οι συντάκτες προς τους μαθητές/τριες στον Πρόλογο του Φακέλου Μαθήματος της Α΄ Γυμνασίου υπογραμμίζουν με απαράμιλλο τρόπο:  «Το μάθημα απευθύνεται σε όλους σας, ανεξάρτητα από πού κατάγεστε ή ποια σχέση έχετε με τη θρησκεία. Αποτελεί ευκαιρία για αμοιβαία γνωριμία και αποδοχή του άλλου, ειλικρινή διάλογο και συνύπαρξη· με άλλα λόγια, τις πολύτιμες και απαραίτητες προϋποθέσεις για τη θρησκευτική σας μάθηση, αλλά και για το άνοιγμά σας στον μεγάλο κόσμο που σας περιμένει!» (σ. 5).
[1] Σε σχέση με την πρώτη έννοια («οικουμενικότητα» ως τεχνικός όρος και γεγονός του 20ού αι.) άξια ιδιαίτερης μνείας και ενδεικτική της αλλαγής του πνεύματος που έχει επέλθει είναι η εξής αναφορά στους γενικούς στόχους της Γ΄ Γυμνασίου:
Οι μαθητές ενθαρρύνονται και καθοδηγούνται:
«– να γνωρίσουν τη σύγχρονη πορεία της Ορθόδοξης Εκκλησίας και τις εξελίξεις στις σχέσεις της με τις μεγάλες χριστιανικές Ομολογίες
– να συνειδητοποιήσουν την αποφασιστική σημασία της Οικουμενικής Κίνησης και των σύγχρονων διαθρησκειακών και διομολογιακών διαλόγων για την κοινωνική συνοχή και την παγκόσμια ειρήνη
– να συναισθανθούν ότι το πνεύμα σεβασμού, συμφιλίωσης και ανοίγματος προς όλους τους ανθρώπους βρίσκεται στον πυρήνα της χριστιανικής πίστης και διδασκαλίας»[15].
Το βιβλίο με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Από το τοπικό στο οικουμενικό» αρχίζει με τη ΘΕ 1. «Η Χριστιανοσύνη στον σύγχρονο κόσμο» (σ. 6 κ.εξ.), είναι 1 από τις 7, προβλέπονται 4 δίωρα) με βασικά θέματα (αναφέρω τα δύο):
«Ι. Οι Χριστιανικές Εκκλησίες: Κοινή καταγωγή, διαφορετικές πορείες
  1. Ορθόδοξες Εκκλησίες, Ορθόδοξη διασπορά (Αφρική, Ασία, Αμερική, Αυστραλία) και Ορθόδοξα κέντρα
  2. Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία: Από τον Μεσαίωνα στη Β΄ Βατικανή Σύνοδο
iii. Προτεσταντικές Ομολογίες
  1. Αγγλικανική Εκκλησία
ΙV. ‘Υπέρ της των πάντων ενώσεως’: Το αίτημα της ενότητας
  1. Η αρχιερατική προσευχή του Ιησού: ‘Ίνα πάντες έν ώσι’ (Ιω. 17, 21)
  2. Άρση αναθεμάτων Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών (1965)
iii. Κοινή Διακήρυξη Ορθοδόξων – Ρωμαιοκαθολικών (2006)
  1. Το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών
  2. Θεολογικοί διάλογοι» (σ. 7).
Στα προσδοκώμενα μαθησιακά αποτελέσματα αναφέρεται ανάμεσα σε άλλα:
Οι μαθητές:
«α) να αναγνωρίζουν τις χριστιανικές Ομολογίες που υπάρχουν στον σύγχρονο κόσμο και διακρίνουν διαφορές και ομοιότητες
γ) να αξιολογούν τις πρωτοβουλίες για την ενότητα των χριστιανικών εκκλησιών
ζ) να διασαφηνίζουν το οικουμενικό όραμα της Εκκλησίας ως πιστότητα στη διδασκαλία του Χριστού»[16].
Ξεχωριστό ενδιαφέρον έχουν όσα λέγονται στο Εισαγωγικό σχόλιο του Φακέλου:
«Ο Χριστιανισμός ξεκίνησε ως μια μικρή κοινότητα πιστών και σταδιακά εξαπλώθηκε σε ολόκληρο τον κόσμο. Δυστυχώς, μέσα από αντιπαλότητες και αντιπαραθέσεις, διασπάστηκε και οι χριστιανοί χωρίστηκαν ή και αποξενώθηκαν μεταξύ τους.
Σήμερα, αναγνωρίζεται οικουμενικά το αίτημα για συνεργασία και ενότητα, τόσο στο επίπεδο των θεσμών όσο μεταξύ των προσώπων. Για να φθάσουμε σε αυτό το σημείο, χρειάζεται η αλληλογνωριμία και η αλληλοκατανόηση» (σ. 7).
Εάν λάβουμε υπόψη μας ότι στα προηγούμενα ΑΠ η παρόμοια Θεματική βρισκόταν στο τέλος του βιβλίου (στο βιβλίο της Γ΄ Γυμνασίου Θέματα από την Ιστορία της Εκκλησίαςγια το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών=ΠΣΕ γινόταν λόγος στην τελευταία  ΔΕ.35 ή παλαιότερα στη ΔΕ.52), και έτσι δεν έφτανε ο χρόνος για να διδαχθεί ή έπρεπε ο εκπαιδευτικός να κάνει ένα μεγάλο άλμα για να το διδάξει, μπορούμε να καταλάβουμε τις προτεραιότητες και το πνεύμα κάθε Προγράμματος, του παλαιότερου και του νεότερου.
Εντελώς ξεχωριστό ενδιαφέρον έχει επίσης η αναφορά της ΘΕ 3. στις «Σύγχρονες θρησκευτικές μορφές στην Ορθοδοξία και στον κόσμο» (2 δίωρα). Όπως επισημαίνεται στον Οδηγό Εκπαιδευτικού στα Θρησκευτικά Δημοτικού – Γυμνασίου«πρόκειται για ανθρώπους, που μετέφρασαν τη θρησκευτική δέσμευση και ταυτότητά τους σε συνεχή αγώνα υπέρ της ενότητας της Εκκλησίας και της ανανέωσης της ανθρωπότητας, εργάστηκαν για την ανθρωπιά, πολέμησαν με όλη τους τη δύναμη το κακό σε διάφορες μορφές και εκδοχές του, και αναλώθηκαν –συχνά θυσιάστηκαν– μαρτυρώντας για την ελπίδα και την αγάπη» (σ. 79-80). Τα περισσότερα πρόσωπα από αυτά που αναφέρονται έχουν εμπλακεί στην Οικουμενική Κίνηση και ιδίως στο ΠΣΕ (π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ, Νησιώτης, Ολιβιέ Κλεμάν, Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης Ζηζιούλας Ντίντριχ Μπονχέφερ, Μαρτιν Λούθερ Κινγκ, Ντέσμον Τούτου).
Στο βιβλίο της ίδιας τάξης στη ΘΕ 2. με τίτλο «Το ζήτημα της θρησκείας στη σύγχρονη Ευρώπη» σε ένα από τα βασικά θέματα,  το V. Για τις «Προσπάθειες των θρησκειών για διάλογο και συνύπαρξη» προβλέπονται και οι υποενότητες:
«iii. Από την καχυποψία στον διάλογο και στις κοινές δεσμεύσεις: Διαθρησκειακές συναντήσεις
  1. Οικουμενική Κίνηση» (σ. 33).
Σε άλλη ΘΕ 5. με τίτλο «Ελπίδα και αγώνας για τη μεταμόρφωση της ζωής του κόσμου»  στα βασικά θέματα αναφέρεται το ορθόδοξο μότο που αναπτύχθηκε στο πλαίσιο της  Οικουμενικής Κίνησης[17] «‘Λειτουργία μετά τη Θεία Λειτουργία’: Η συνεχής προσπάθεια για μεταμόρφωση ολόκληρης της ζωής σε μια ζωή ευχαριστίας» (σ. 105-106). Στις ενδεικτικές δραστηριότητες και για να βοηθηθούν οι μαθητές στον προβληματισμό τους για την κοινή ευθύνη απέναντι στο αίτημα για τη μεταμόρφωση και ανακαίνιση του κόσμου τους προτείνεται να ερευνήσουν την πρωτοβουλία-πρόγραμμα του ΠΣΕ για την AGAPE (=Alternative Globalization Addressing People and Earth/Εναλλακτική Παγκοσμιοποίηση με Κέντρο τον Άνθρωπο και το Περιβάλλον)[18].
Συγκεκριμένα κείμενα και ιδιαιτέρως δημιουργικά και δυναμικά από την Οικουμενική Κίνηση και το ΠΣΕ -και μάλιστα σχετικά πολύ πρόσφατα, από τη 10η ΓΣ στο Μπουσάν- αλλά και κοινές διακηρύξεις του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου και του Πάπα Φραγκίσκου που καταδεικνύουν τη συμβολή των Εκκλησιών και των Θρησκειών στην ειρήνη τη δικαιοσύνη και τη μεταμόρφωση του κόσμου, χρησιμοποιούνται στο βιβλίο της Γ΄ Λυκείου στη ΘΕ 3 με τίτλο Όραμα που περιέχει τις Βασικές Έννοιες (ΒΕ) της ειρήνης, δικαιοσύνης  και της μεταμόρφωσης[19].
[2] Σε σχέση με την έννοια της «οικουμενικότητας» ως σεβασμού τού θρησκευτικά και πολιτισμικά «άλλου» και της συνύπαρξης μαζί του διαπιστώνεται ότι αποτελεί ισχυρό αξιακό υπόβαθρο και ταυτόχρονα έναν από τους πιο βασικούς στόχους του νέου ΠΣ και όλων των ΘΕ, σε όλες τις τάξεις του νέου σχολείου. Ενδεικτικά μόνο ας αναφερθούν τα παρακάτω.
Στην Α΄ Γυμνασίου αφιερώνεται ΘΕ, η 5η, στις «Μονοθεϊστικές θρησκείες»εξηγώντας στο Εισαγωγικό: «Στην εποχή μας … συχνά ζούμε πλάι και μαζί με «διαφορετικούς» ανθρώπους: στο σχολείο, στη γειτονιά, στο διαδίκτυο. Χρειάζεται, επομένως να γνωρίσουμε τον «διαφορετικό» άνθρωπο και να συνομιλήσουμε μαζί του. Αυτή η γνωριμία, η επικοινωνία και ο διάλογος με τον «διαφορετικό» είναι όχι μόνο ένας από τους βασικούς στόχους του μαθήματος των Θρησκευτικών, αλλά και στόχος όλων όσοι επιδιώκουν την ειρήνη σήμερα» (σ. 109).
Στη Β΄ Γυμνασίου αφιερώνεται ολόκληρη ΘΕ, η 4η, στο θέμα «Εμείς και οι «άλλοι» (1 από τις 6, 4 δίωρα, σ. 82-103) με Βασικά Θέματα:
«Ι. Ποιος είναι για μας ο «άλλος»;
ΙΙ. O «άλλος» για τους Χριστιανούς
ΙΙΙ. Ο ξένος σε διάφορες θρησκευτικές παραδόσεις
  1. IV. Η συνύπαρξη και ο διάλογος με τον άλλον» (σ. 83).
Στο Εισαγωγικό αναγγέλλεται: «Με βάση τη χριστιανική θεώρηση του «άλλου» ανθρώπου ως αδελφού, θα αναμετρηθούμε με την προτροπή της Εκκλησίας για «άνευ όρων και ορίων» αγάπη προς αυτόν, όποιος κι αν είναι, από όπου κι αν προέρχεται. Ταυτόχρονα, θα διερευνήσουμε αντιλήψεις και άλλων θρησκευτικών παραδόσεων, ελέγχοντας κατά πόσο ο σεβασμός στον «άλλον» αποτελεί θεμελιώδη αξία  του πολιτισμού μας» (σ. 83).
Καιρός_19
Στο Φάκελο της Γ΄ Γυμνασίου δίνεται πάλι η ευκαιρία στον μαθητή/στην μαθήτρια να εμβαθύνει στην ίδιο θέμα στη ΘΕ 2. «Το ζήτημα της θρησκείας στη σύγχρονη Ευρώπη»  με τα εξής ΒΘ ανάμεσα σε άλλα:
«III. Ο σεβασμός του άλλου στον Χριστιανισμό        
  1. Ο σεβασμός του άλλου στις θρησκείες του κόσμου
  2. Προσπάθειες των θρησκειών για διάλογο και συνύπαρξη» (σ. 33).
Όπως έχει αναφερθεί και πιο πάνω «Η γνωριμία και επικοινωνία με τον ‘άλλον’» αποτελεί έναν από τους ειδικούς σκοπούς το ΠΣ του ΜτΘ στο Λύκειο. Και στους ειδικούς σκοπούς κάθε τάξης του Λυκείου κεντρική είναι η αναφορά: Οι μαθητές/μαθήτριες: «Να καλλιεργήσουν κοινωνικές δεξιότητες στο πλαίσιο της μαθησιακής κοινότητας και να συνειδητοποιήσουν τη σημασία που έχει ο διάλογος, η συνεργασία και η αλληλεγγύη» (Α΄ Λυκείου και παρόμοια Β΄ Λυκείου)[20]. Στην Α΄ Λυκείου Βασικές Έννοιες που έχουν αμεσότατη σχέση με το θέμα μας είναι η Επικοινωνία (σ. 27 κ.εξ.), η Ενότητα (σ. 130 κ.εξ.) και η Αγάπη (σ. 165 κ.εξ.). Αναφέρω ενδεικτικά ότι τα προσδοκώμενα μαθησιακά αποτελέσματα του μαθήματος για την ενότητα είναι οι μαθητές/μαθήτριες:
«να αναδεικνύουν διαστάσεις της ενότητας στη ζωή της χριστιανικής κοινότητας,
να συνδυάζουν τη μυστηριακή ενότητα στην Εκκλησία με το αίτημα της ενότητας των ανθρώπων ολόκληρου του κόσμου»[21].
Ας σημειωθεί ότι τα αυτά τα προσδοκόμενα αποτελέσματα αποτελούν και την προσδοκία της Οικουμενικής Κίνησης του 20ού αιώνα και ιδίως του ΠΣΕ μετά την εισδοχή του συνόλου της οικογένειας των Ορθοδόξων Εκκλησιών σε αυτό.
Ο Φάκελος Μαθήματος που περιέχει τις περισσότερες βασικές οικουμενικές έννοιες και το εκτενέστερο οικουμενικό υλικό είναι αυτός της Β΄ Λυκείου, για τον οποίο θα χρειαζόταν ιδιαίτερη εισήγηση προκειμένου να καλυφθεί το θέμα που με απασχολεί. Περιορίζομαι μόνο να αναφέρω τις Βασικές Έννοιες που έχουν την πιο στενή σχέση με αυτό[22].
3.3.Πολυπολιτισμικότητα (σ. 93-100), όπου οι μαθητές/μαθήτριες «καλούνται να διερευνήσουν τη χριστιανική θεολογία απέναντι στην πολιτιστική και θρησκευτική ποικιλομορφία του σύγχρονου κόσμου και να μάθουν να αναδεικνύουν τρόπους ειρηνικής συνύπαρξης των ανθρώπων σε πολυθρησκευτικά περιβάλλοντα».
3.4. Διάλογος (σ. 101-106), όπου οι μαθητές/μαθήτριες αναμένεται να:
«συσχετίζουν τον διάλογο με την  άσκηση της χριστιανικής αγάπης,
διερευνούν δυνατότητες και δυστοκίες  διαλόγου μεταξύ εκκλησιών και μεταξύ  θρησκειών στη σύγχρονη εποχή».
4.5. Οικουμενικότητα (σ. 147-159), με προσδοκώμενα μαθησιακά αποτελέσματα:
Οι μαθητές/μαθήτριες να:
«συνδέουν την οικουμενικότητα του χριστιανικού μηνύματος με τις πανανθρώπινες αξίες,
διερευνούν στο σύγχρονο παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον τις δυνατότητες της οικουμενικότητας, σύμφωνα με τη διδασκαλία της Εκκλησίας, προς όφελος των ανθρώπων».
5.5. Ετερότητα (σ. 191-201), όπου οι μαθητές/μαθήτριες αναμένεται:
«να αξιολογούν θέσεις και στάσεις στον Χριστιανισμό σε ζητήματα ετερότητας,
να αναγνωρίζουν την ευθύνη του πιστού απέναντι στην περιθωριοποίηση και απόρριψη του άλλου στο περιβάλλον τους,
να προτείνουν με θρησκευτικά κριτήρια τρόπους αποδοχής της ετερότητας μέσα στη σύγχρονη πραγματικότητα» (κύριο χαρακτηριστικό της οποίας είναι η προσφυγικές ροές).
Και εδώ όπως σε όλα τα βιβλία του ΠΣ τονίζεται αυτό που με γλαφυρό τρόπο περιγράφεται σε κείμενο του βιβλίου της Β΄ ΕΠΑ.Λ. ως «αντίστιξη στις σχέσεις». Ο όρος αντίστιξη, όπως εξηγείται, «προέρχεται από την πολυφωνική μουσική, εκεί που άντρες και γυναίκες τραγουδούν, αλλά ο καθένας μπορεί να ακολουθεί το δικό του ρυθμό, να λέει τα δικά του διαφορετικά λόγια, αλλά ταυτόχρονα να μην παράγεται χάος, αλλά μια όμορφη αρμονία». Αντίστιξη στις σχέσεις «σημαίνει την απαιτητική αρμονία των διαφορετικών που δεν ισοπεδώνονται, αλλά η συνύπαρξή τους αναδεικνύει την ομορφιά της ετερότητας»[23].
Καταληκτικά και σύντομα: Τα νέα Προγράμματα Σπουδών στα Θρησκευτικά έχουν αλλάξει τη φυσιογνωμία και το χαρακτήρα του μαθήματος. Το μάθημα έχει αναπλαισιωθεί σε εντελώς νέες διευρυμένες βάσεις και αρχές, είναι πιο ζωντανό, ανοίγει τον ορίζοντα στη σύγχρονη πολύμορφη οικουμένη, διαλέγεται με ζητήματα και προτεραιότητες που θέτει ο ραγδαία μεταβαλλόμενος σύγχρονος κόσμος και πολιτισμός, συμβάλλει στη συνειδητοποίηση της ανάγκης για διαχριστιανική και διαθρησκειακή επικοινωνία και αλληλογνωριμία, τονίζει την κοινή ευθύνη μέσα στο χώρο και το χρόνο για την υπεράσπιση της ζωής του σύμπαντος κόσμου.
Καιρός_22
[1] Ήδη το 2003 στο Διαθεματικό Ενιαίο Πλαίσιο Προγράμματος Σπουδών και Αναλυτικά Προγράμματα Σπουδών (ΔΕΕΠΣ-ΑΠΣ) είχε διαπιστωθεί πολύ σωστά ότι η ελαχιστοποίηση των αποστάσεων, οι μεγάλες μεταναστευτικές ροές και η παγκοσμιοποίηση της οικονομίας, με τις νέες δυνατότητες επικοινωνίας και ανταλλαγής πολιτιστικών αγαθών, εντάσσουν τα άτομα σε ένα πολυπολιτισμικό περιβάλλον.  Η σύνθεση των κοινωνιών μεταβάλλεται συνεχώς, εμπλουτιζόμενη με άτομα και φορείς διαφορετικών γλωσσικών και πολιτισμικών και θρησκευτικών παραδόσεων, με αποτέλεσμα την αύξηση της πολιτισμικής ποικιλότητας. Η πραγματικότητα αυτή, αναφερόταν τότε, επιβάλλει στον κάθε πολίτη να αποδέχεται και να σέβεται την πολιτισμική ετερότητα των συμπολιτών του, ώστε όλοι να ζουν αρμονικά σε ένα περιβάλλον πολιτισμικής, εθνικής, γλωσσικής και θρησκευτικής πολυμορφίας. Διατυπωνόταν η άποψη ότι αυτή η κατάσταση απαιτεί την ανάπτυξη κοινωνικών δεξιοτήτων, δεξιοτήτων επικοινωνίας, συνεργασίας και συμμετοχής όλων στις σύγχρονες κοινωνικές εξελίξεις. Για την επίτευξη αρμονικής κοινωνικής ένταξης και συμβίωσης, σημειωνόταν συμπερασματικά, είναι απαραίτητο κάθε άτομο να μάθει να συμβιώνει με τους άλλους, σεβόμενο τον πολιτισμό, τη γλώσσα και τη θρησκεία τους. Ταυτόχρονα, διευκρινιζόταν, πρέπει να διατηρεί την εθνική και πολιτισμική του ταυτότητα μέσα από την ανάπτυξη της εθνικής, πολιτιστικής, γλωσσικής και θρησκευτικής αγωγής (βλ. Γενικό Μέρος, σ. 4-5).
[2] Όπως επισημαίνουν μέλη της Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων για την εκπόνηση του νέου Προγράμματος Σπουδών (ΠΣ) στα Θρησκευτικά, μέσα σε ένα περιβάλλον ποικίλης διαφορετικής πολιτισμικής και θρησκευτικής ταυτότητας και διόγκωσης μιας ανύπαρκτης ή ρευστής θρησκευτικής ταυτότητας που τελεί διαρκώς υπό διαμόρφωση, συχνά παραδομένη σε σκόρπιες και αμφίβολης αξιοπιστίας πληροφορίες στο διαδίκτυο, που αναπαράγουν αβασάνιστα στερεότυπα για τη θρησκευτικότητα, επικίνδυνα συνθήματα μισαλλοδοξίας ή εύκολες συνταγές ατομικής εξασφάλισης, απαιτείται μια διαφορετική θρησκευτική εκπαίδευση, πολύ πιο ουσιαστική από αυτή που παρεχόταν μέχρι τώρα. Γι’ αυτό, όπως εξηγούν οι ίδιοι, κύριο μέλημα του μαθήματος των θρησκευτικών και ιδιαίτερα των σύγχρονων Προγραμμάτων Σπουδών σε πανευρωπαϊκό επίπεδο είναι η μόρφωση μαθητών σκεπτόμενων και χειραφετημένων, που θα εξελιχθούν σε δρώντα πολιτικά υποκείμενα τα οποία θα αναζητούν το νόημα και την αλήθεια των πραγμάτων, θα είναι σε θέση να κρίνουν δημιουργικά και να αναλαμβάνουν ευθύνες, θα οικοδομούν εν τέλει τη δική τους θρησκευτική συνείδηση μαθαίνοντας, «όχι απλώς να ανέχονται, αλλά να σέβονται τον θρησκευτικά και πολιτισμικά ‘άλλον’, σε ένα πλαίσιο μεταφορικής και κυριολεκτικής ‘συγχώρησης’: δηλαδή, να μοιράζονται αγαπητικά και δημιουργικά τον χώρο μαζί του». Αναφερόμενα μάλιστα τα μέλη της ίδιας Επιτροπής στις συνέπειες της «θρησκευτικής απαιδευσίας», προειδοποιούν ότι αυτή όχι μόνο ακυρώνει τη δυνατότητα για την καλλιέργεια της παραπάνω προοπτικής, «αλλά ενθαρρύνει επικίνδυνα τοξικές -σε κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο- παρενέργειες, όπως είναι η προκατάληψη, η ξενοφοβία, ο ρατσισμός, η άρνηση της ετερότητας και η εκτροπή σε εθνικιστικές ή νεοφασιστικές νοοτροπίες και συμπεριφορές» (Βλ. τις τοποθετήσεις των Ό. Γριζοπούλου, Π. Αρ. Υφαντή, Αθ.  I. Νευροκοπλή,  μελών της Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων  για την εκπόνηση του νέου Προγράμματος Σπουδών, στην παρέμβασή τους με τίτλο «Το νέο Μάθημα των Θρησκευτικών στη δημόσια εκπαίδευση. Ένα τολμηρό πλην απαραίτητο εγχείρημα», http://www.avgi.gr/article/10839/7480594/to-neo-mathema-ton-threskeutikon-ste-demosia-ekpaideuse).
[3] Πόσο απαραίτητο είναι να ανταποκρίνεται το σχολείο στην πραγματικότητα της κοινωνίας στο σύνολό της το έχει εξηγήσει με σαφήνεια ο καθηγητής Ι. Πέτρου. Έχει επισημάνει ότι απαραίτητη προϋπόθεση για να επιτελέσει το σχολείο αποτελεσματικά την κοινωνικοποιητική του λειτουργία και για να ελαχιστοποιήσει τις προϋποθέσεις για την ανάπτυξη ρατσισμών, εθνικισμών και κοινωνικών αποκλεισμών πρέπει να λαμβάνει υπόψη του την πραγματικότητα της κοινωνίας και όχι μια πλασματική εικόνα, να βοηθάει τους μαθητές να κατανοούν αν ο κόσμος είναι κλειστός ή ανοικτός, ποιοι είναι οι ίδιοι και ποιοι είναι οι άλλοι με τους οποίους συμβιώνουν στη γειτονιά ή τη μικρή κοινωνία του σχολείου ή θα συμβιώσουν όταν θα βγουν στη ζωή και θα δραστηριοποιηθούν στο πραγματικό κοινωνικό πεδίο. Ένα ακόμη στοιχείο που συνδέεται με τη γνώση της πραγματικής κατάστασης της κοινωνίας είναι, υπογραμμίζει ο ίδιος, ότι οι μαθητές πρέπει να γνωρίσουν την κοινωνία όχι μόνο στην τοπική της διάσταση, αλλά και στην παγκόσμια. Έτσι, θα μάθουν να σέβονται όχι μόνο εκείνους που βρίσκονται πλησίον τους αλλά και τους μακράν. Επίσης, προσθέτει, είναι απαραίτητο να κατανοήσουν ότι ο κόσμος είναι ανοικτός, επιδέχεται την παρέμβαση του ανθρώπου και μπορεί να μεταβάλλεται (βλ. Ι. Πέτρου, «Το Μάθημα των Θρησκευτικών και η κοινωνικοποίηση των μαθητών», του ίδιου, Κοινωνική θεωρία και σύγχρονος πολιτισμός, εκδ. Βάνιας, Θεσσαλονίκη 2005, 297-313, ιδίως σ. 303-304, 307 και «Το Μάθημα των Θρησκευτικών στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα», του ίδιου, Πολυπολιτισμικότητα και θρησκευ­τι­κή ε­λευ­θερία, εκδ. Βάνιας, Θεσσαλονίκη 22005, 257-270, ιδίως σ. 267-268. Για ένα «ανοιχτό σχολείο» εντός της σύγχρονης πολυπολιτισμικής και πλουραλιστικής κοινωνίας μιλάει μεταξύ άλλων και ο καθηγητής Χρ. Σταμούλης παρουσιάζοντας τις τοποθετήσεις του Τμήματος  Θεολογίας του ΑΠΘ για το θέμα στο άρθρο του «Το μάθημα των θρησκευτικών στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση», του ίδιου, Τι γυρεύει η αλεπού στο παζάρι; Κείμενα για το διάλογο της Ορθοδοξίας με την πόλη, την πολιτική και τον πολιτισμό, εκδ. Αρμός, Αθήνα 2016, 181-192.
[4] Για τις συντεταγμένες του Προγράμματος Σπουδών του ΜτΘ αναφέρονται στο αναθεωρημένο ΠΣ στα Θρησκευτικά Δημοτικού – Γυμνασίου (ΦΕΚ 2104-19.06.2017) τα εξής: «Η παρούσα πρόταση αφορά ένα μάθημα που διατηρεί μεν τον γνωσιακό και παιδαγωγικό χαρακτήρα που είχε ως τώρα, ανοίγεται ωστόσο στις χριστιανικές παραδόσεις της Ευρώπης και στις άλλες θρησκείες. Δίνοντας τις συντεταγμένες αυτού του μαθήματος, διαμορφώνουμε ένα ΠΣ το οποίο ξεκινά από και έχει επίκεντρο τη θρησκευτική παράδοση του τόπου, την πα­­ράδοση της Ορθόδοξης Χριστιανικής Εκκλησίας, όπως αυτή σαρκώθηκε στη ζωή και απο­­τυπώθηκε στα μνημεία του πολιτισμού του. Κάθε μαθητής/τρια, ανεξαρτήτως της θρη­σκευ­τικής του/της ιδιοπροσωπίας, είναι αναγκαίο να γνωρίζει τη θρησκευτική παράδοση του τόπου καταγωγής ή μόνιμης διαμονής του/της. Αυτή είναι η πρώτη και βασική συντεταγμένη του μαθήματος. Η δεύτερη συντεταγμένη είναι η βασική γνωριμία με τις μεγάλες χρι­στια­νι­κές παραδόσεις που συναντώνται στην Ευρώπη και γενικότερα στον κόσμο, εκτός της Ορ­θο­δο­ξίας, όπως ο Ρωμαιοκαθολικισμός και ο Προτεσταντισμός με τις βασικές του ομο­λο­γίες. Η τρίτη συντεταγμένη περιλαμβάνει στοιχεία από τα μεγάλα θρησκεύματα και ιδίως όσα εν­δια­φέρουν την ελληνική κοινωνία περισσότερο, δηλαδή τις μονοθεϊστικές παραδόσεις του Ιου­δαϊσμού και του Ισλάμ, καθώς και άλλες θρησκείες που κατά τόπους ή κατά περίπτωση κρίνεται ότι παρουσιάζουν σήμερα αυξημένο ενδιαφέρον» ( η υπογράμμιση δική μου).
[5] Βλ. Στ. Γιαγκάζογλου, «Θρησκευτική ετερότητα και Διαπολιτισμική διάσταση της θρησκευτική εκπαίδευσης στην Ελλάδα σήμερα», στο: Αγγ. Ζιάκα (επ.), Διαπολιτισμική θρησκευτική εκπαίδευση και ισλαμικές σπουδές. Προκλήσεις και προοπτικές σε Ελλάδα, Ευρώπη, ΗΠΑ, (δίγλωσση έκδοση), εκδ. Μαΐστρος, Αθήνα 2016, 79-89,  εδώ σ. 85.
[6] Βλ. Στ. Γιαγκάζογλου, «Το Μάθημα των Θρησκευτικών στη δημόσια εκπαίδευση», στο http://www.pi-schools.gr/lessons/religious/analekta/30.pdf, σ. 10-11.
[7] Βλ. Στ. Γιαγκάζογλου, «Η θεολογία της ετερότητας και το θρησκευτικό μάθημα στην Ελλάδα», www.pi-schools.gr/lessons/religious/syn_prosgiseis/diapolitism/9giagazoglou.doc, σ. 11.
[8] Βλ. Πρόγραμμα Σπουδών στα Θρησκευτικά Λυκείου (ΦΕΚ 2105/19.06-2017).
[9] Βλ. για τη μεγάλη σημασία που έχει η σύνδεση του σχολικού θρησκευτικού μαθήματος με τη συγκεκριμένη πράξη και ζωή και το να μπορεί να εμπνέει κριτικό-απελευθερωτική και δημιουργική αναφορά και συσχέτιση και κινητοποίηση προς την κοινωνική πραγματικότητα στο Στ. Τσομπανίδης, «Η (μετα-)μορφωτική αξία της σύνδεσης θεολογίας και κοινωνικής πραγματικότητας», του ίδιου, Εκκλησία της Εξόδου: Οικουμένη, Κοινωνία, Άνθρωπος. Θέματα οικουμενικού προβληματισμού, εκδ. Ostracon, Θεσσαλονίκη 2018, 37-50. Στον ελλαδικό  χώρο από τους λίγους που τόνισαν τη σημασία της παραπάνω σύνδεσης και μάλιστα υπογράμμισαν την ανάγκη του «πολιτικού χρωματισμού» του ΜτΘ, «πολιτικού» με την πρωταρχική και γνήσια έννοια του όρου, είναι ο αείμνηστος Γιώργος Τσανανάς στο άρθρο του «Η ‘πολιτική’ διάσταση στο μάθημα των Θρησκευτικών», Λόγος και Πράξη. Περιοδική έκδοση καθηγητών Μέσης Εκπαίδευσης, τόμος Α΄, τεύχ. 2, άνοιξη 1976, 5-14.
[10] Βλ. Χ. Ν. Τσιρώνης, «Το Μάθημα των Θρησκευτικών ως μάθημα συμφιλίωσης και καταλλαγής», στοΔιακοινοβουλευτική Συνέλευση Ορθοδοξίας, Τα Θρησκευτικά ως Μάθημα Ταυτότητας και Πολιτισμού, Βουλή των Ελλήνων, Αθήνα 2005, σελ. 76-88.
[11] Βλ. για τη συμμετοχή και τη συμβολή της Ορθόδοξης Εκκλησίας στην Οικουμενική Κίνηση στο Στ. Τσομπανίδης, «Υπέρ της Οικουμένης»: Μελέτες για την Οικουμενική Κίνηση και την αποστολή της Εκκλησίας στο σημερινό κόσμο, εκδ. Ostracon, Θεσσαλονίκη 2014, ιδίως το Α.1, σ. 25-176.
[12] Αυτό ως αίτημα παιδαγωγικό και μεθοδολογικό είχε καταγραφεί από τον Ι. Πέτρου, «Το Μάθημα των Θρησκευτικών και η κοινωνικοποίηση των μαθητών», σ. 309, 311 και του ίδιου, «Το Μάθημα των Θρησκευτικών στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα», σ. 265-266 και 270. Πρβλ. Στ. Γιαγκάζογλου, «Το Μάθημα των Θρησκευτικών στη δημόσια εκπαίδευση», σ. 13 και του ίδιου, «Θρησκευτική ετερότητα και Διαπολιτισμική διάσταση της θρησκευτική εκπαίδευσης στην Ελλάδα σήμερα», σ. 80-84 και 89.
[13] Ο όρος εδώ έχει ευρεία έννοια και δεν περιλαμβάνει μόνο τις άλλες χριστιανικές Εκκλησίες ή Ομολογίες, αλλά και τις πέραν του Χριστιανισμού Θρησκείες και τα σε σχέση με αυτόν κριτικά συστήματα, κινήματα, ιδεολογίες και αντιλήψεις.
[15] Πρόγραμμα Σπουδών στα Θρησκευτικά Δημοτικού και Γυμνασίου (ΦΕΚ 2104/19.06.2017), ανακτήθηκε από http://www.iep.edu.gr/el/thriskeftika-programmata-spoudon, σ. 94.
[16] Πρόγραμμα Σπουδών στα Θρησκευτικά Δημοτικού και Γυμνασίου, σ. 95.
[17] Για τη γένεση και τη σημασία της «λειτουργίας μετά τη Λειτουργία» βλ. Στ. Τσομπανίδης, Μετα-λει­τουρ­γί­α: Η συμμετοχή της Ορ­θό­δο­ξης Εκ­κλη­σί­ας και θε­ο­λο­γί­ας στην κοι­νή χρι­στι­α­νι­κή μαρ­τυ­ρί­α γι­α δι­και­ο­σύ­νη, ει­ρή­νη και α­κε­ραι­ό­τη­τα της δη­μι­ουρ­γί­ας, εκδ. Πουρναράς, Θεσ­σα­λο­νί­κη 2009, σ. 245 κ.εξ.
[18] Πρόγραμμα Σπουδών στα Θρησκευτικά Δημοτικού και Γυμνασίου, σ. 102-103.
[19] Βλ. ενδεικτικά στον Φάκελο Μαθήματος Γ΄ Λυκείου τις σ. 52-54, 62, 74.
[20] Βλ. Πρόγραμμα Σπουδών στα Θρησκευτικά Λυκείου (ΦΕΚ 2105/19.06-2017).
[21] Στο ίδιο.
[22] Για τα παρακάτω προσδοκώμενα μαθησιακά αποτελέσματα βλ. στο ίδιο.
[23] Βλ. ΒΕ 2.2. Συμβίωση, σ. 79, κείμενο του Δημήτρη Καραγιάννη, Έρωτας ή τίποτα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου